Κυριακή, 28 Ιουνίου 2015

Αναμμένα κάρβουνα

(Αυτό το κείμενο δεν μπορεί να γραφτεί στο δεύτερο ενικό)

Με απέφυγε τρεις φορές. Τη δεύτερη γύρισε και φαινόταν να έψαχνε κάτι.
Το υπεραναλύω. Φωτιά στο συναίσθημα (να καεί, να μη μείνει τίποτα).
Παρακαλώ

Τότε
Στεκόταν με αυτή τη φιγούρα, τη συγκεκριμένη και μιλούσε με όλους και με όλες. Φυσούσε τον καπνό του και φλέρταρε αδιάφορα, σαν να το έκανε από πάντα με μία ελαφριά γοητεία που έχει συνηθίσει να βρίσκει θύματα. Αποσυρόμουν από τον κόσμο κάπως δειλά. Σα πληγωμένο ζώο που θαυμάζει τη δύναμη του θηρευτή του, λίγες στιγμές πριν παραδωθεί στη μοίρα του. Και καθώς βημάτιζα μακριά ήλπιζα πως θα τον ένοιαζε η απουσιά μου, πως μία ελκτική δύναμη θα τον τραβούσε προς το σημείο μου και θα έπαυε να είναι αυτή η μαγνητική φιγούρα στο κέντρο του κόσμου για να γίνει για λίγο ένας απλός, δικός μου συνομιλητής. Όχι,δεν θα ήταν αναγκαίο να μιλάμε, αυτό το σενάριο από μόνο του με τρόμαζε, δεν θα ήθελα να κινούμαι ή να λέω το οτιδήποτε, δεν θα ήθελα να εκτεθώ ούτε λίγο από φόβο μην "έπεφτα". Θα ήθελα να ήξερε ήδη τα πάντα -να είχε ψάξει για να τα μάθει- και απλά να μέναμε έτσι ακίνητοι να κοιταζόμαστε, γνωρίζοντας ο ένας τον άλλο χωρίς να τον γνωρίζουμε. Ήταν για ορισμένες κραυγαλέες στιγμές ο ιερότερος μου στόχος. Ο πιο απρόσητος. Ο τέλειος άγνωστος.

Τώρα
Τίποτα.
Γνώρισα τις φίλες του. Λες και με νοιάζουν τις κοιτάζω. Λες κι είμαι ερωτευμένη μαζί τους.
Έχω μάθει πια. Είμαι μεγάλη κοπέλα πια.
Ξέρω πως να αντιμετωπίζω "αυτές" τις καταστάσεις. Λοιπόν,τον βαφτίζω ανεπιθύμητο. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς μου, σε λίγα λεπτά θα νιώσω καλά.


                                                                                                      Ε.