Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2015

Loveletter to nobody

Η καρδιά μου μούδιασε επιτέλους.
Την πότισα με αλκοόλ κι εκείνη τσαλαβούτισε ικανοποιημένη στα τοξικά νερά του.


Θέλω μια απόδειξη ότι υπήρξες.
Ήρθες κι έφυγες μέσα στη μαύρη νύχτα. Θέλω μία απόδειξη οτί δεν ήσουν πλάσμα της φαντασίας μου.
Υπάρχει μόνο ένα ίχνος παραβίασης στο χώρο μου -ένα κουρέλι δίπλα στο παράθυρο-. Δεν μου αρκεί, δεν αποδεικνύει κάτι.
Θα στο ξαναζητήσω. Θέλω μια απόδειξη ότι ήσουν εσύ και ήσουν εδώ.
Ρωτάω όλο τον κόσμο για σένα. Μοιάζει λες και δεν έχω κανένα όλο νέο, κανέναν άλλο προβληματισμό. Με βλέπουν και με ρωτούν αν νιώθω καλύτερα. Πάντα γελάω και τους λέω οτί δεν με νοιάζει πια.
Ξέρεις, μου λένε πως συχνάζουμε στα ίδια μέρη. Κι όμως είναι αδύνατον. Πάντα σε ψάχνω και ποτέ δεν είσαι εκεί.
Ήταν λες και συναντηθήκαμε σε όνειρο και τώρα δεν σε αναγνωρίζω στο δρόμο, ούτε με βλέπεις εσύ, είτε διασταυρώνονται οι πορείες μας, είτε όχι.
Το βρίσκω άδικο. Έχω στο μυαλό μου μια λίστα με αγνώστους που σου μοιάζουν. Με ανθρώπους που απο μακριά θυμίζουν κάτι απο σένα (μα δεν είναι αρκετό). Με ανθρώπους που άθελα τους κάνουν την καρδιά μου να σταματήσει για λίγο.
-έχω και μια άλλη λίστα για αυτήν-

Στιγμή διαύγειας.
Δεν μου αρκεί κανένας και τίποτα πια. Είσαι πλέον τόσο μεγάλο θέμα που δεν μου αρκείς ούτε εσύ.
Δεν είσαι εσύ. Είσαι αυτό που σε έκανα όλες αυτές τις μέρες.
Εγώ, συγγνώμη.









Μετρούσα 9 μέρες πια.
Την επόμενη μέρα τον είδα. Περπατούσε βιαστικά προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Ήταν ο πιο όμορφος άνθρωπος της Place de l'Université.
                                                                                                          Ε.

Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2015

Προσωπικό

Επειδή η ζωή μας μοιάζει να φυραίνει
μέρα τη μέρα, δε θα πει πως η ζωή
δεν αξίζει τον κόπο.


Επειδή σ’ αγάπησα και σ’ αγαπώ ακόμη
κι ας μην είναι όπως παλιά,
δε θα πει πως πέθανε η αγάπη,
κουράστηκε ίσως, σαν καθετί που ανασαίνει.


Επειδή περνάς δύσκολες μέρες
σκυμμένη σε χαρτιά και γκρεμούς
που δεν κλείνουν, κι εγώ πηδάω
τις νύχτες επί κοντώ λαχανιάζοντας,
δε θα πει πως δεν έχουμε
μοίρα στον ήλιο, έχουμε
τη δική μας μοίρα.


Επειδή πότε είσαι άνθρωπος
και πότε πουλί, φέρνεις στο σπίτι μας
ψωμάκια μικρά της αποδημίας
κι ελπίζουνε τα παιδιά μας
σε καλύτερες μέρες.


Επειδή λες όχι και ναι κι ύστερα όχι
και δεν παραιτείσαι, ντρέπομαι
για τα ίσως, τα μπορεί τα δικά μου,
μα δεν αλλάζω, όπως δεν αλλάζεις κι εσύ,
αν αλλάζαμε θα ‘μαστε πάλι
δυο άγνωστοι και θ’ αρχίζαμε
απ’ το άλφα.


Τώρα ξέρουμε πού πονάς
πού σωπαίνω πότε γίνεται παύση,
διακοπή αίματος και κρυώνουν
τα σώματα, ώσπου μυστικό δυναμό
να φορτίσει πάλι τα μέλη
με δύναμη κι έλξη και δέρμα ζεστό.


Επειδή είναι δύσκολο ν’ αγαπάς
και δυσκολότερο ν’ αγαπάς τον ίδιο άνθρωπο
για καιρό, κάνοντας σχέδια και παιδιά
και καβγάδες, εκδρομές, έρωτα, χρέη
κι αρρώστιες, Χριστούγεννα, Κυριακές
και Δευτέρες, νόστιμα φαγητά
και καμένα, θέλοντας ο καθένας
να ‘ναι ο άλλος γεφύρι και δέντρο
και πηγή, κατά τις περιστάσεις
ή και όλα μαζί στην ανάγκη,
δε θα πει πως εγώ δε μπορώ
να γίνω κάτι απ’ όλα αυτά ή και όλα μαζί,
κι αν είναι να περάσω
μια ζωή στη σκλαβιά –έτσι κι αλλιώς–
ας είμαι, λέω, σκλάβος της αγάπης.

Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2015

είδα έναν άνθρωπο να πεθαίνει σήμερα

Έβλεπα εφιάλτες, ότι με κυνηγάνε, ότι με πειράζουνε, και φώναζα βοήθεια
και σκεφτόμουν "αγάπη μου"
Και σε είδα να τρέχεις προς το μέρος μου
και ήταν όλα δεδομένα
μα τελικά ήρθες κι απλά στάθηκες εκεί
και δεν έκανες τίποτα για να με βοηθήσεις.

Μ.

Κι ούτε που σκέφτηκα ποτέ πως θα ξεχάσεις

Κι είναι άδικο και βάναυσο αυτο που έκανες
Στο πιο μεγάλο και δίκαιο πράγμα που έχτισα ποτέ με τα χέρια μου
εγώ δεν ήρθα ποτε να σε γκρεμίσω
να σε τσαλαπατησω σαν να μην υπήρξε ποτέ το "μεταξύ μας"

μα στο μεταξυ μας μοιάζει να ημουν μόνη μου εντέλει

και τώρα, μεθυσμένη και πιομένη και μόνη - παρότι με παρέα -
δεν έχω παρά να σου πω αυτό
ό,τι πιο αισιοδοξο μπορούσα να σκεφτώ.

Τίποτα σημαντικό.

Μικρή αναρωτιόμουν αν μού αρεσουν τα αγόρια ή τα κορίτσια
Τα κορίτσια σύντομα με απογοητευσαν οπότε τα απέρριψα
Και τα αγόρια το ίδιο,  μα τα κράτησα κοντά μου για λίγο, μονάχα, καιρό ακόμα,
έτσι, για να περνάει η ώρα
Και μετά ήρθες εσύ.
Και ένιωσα ότι υπάρχει ελπίδα εντέλει, γιατί ήσουν εγώ κι ήμουν εσυ και νιώθαμε κι οι δύο τόσο μόνοι.
Και τόσο ίδιοι.
Τελικά ήμουν μόνη μου και σ΄αυτό.
Και δεν μπορώ να μην το θεωρήσω τουλάχιστον σκληρό,
που οι επενδύσεις μου απλά έπεσαν σ' ένα πηγάδι γεμάτο αναμνήσεις.
Άσχημες, γλυκόπικρες, μοναχικές
απ' αυτές που τις θυμάσαι με το στομάχι κι όχι με το μυαλό
και πονάει, πανάθεμά σε
πονάει.


«Δε θα σού πω ότι σ’ αγαπώ, γιατί είναι κλισέ
θα σού πω μόνο ότι σε έψαχνα από τα 12 μου.»

Μ.