Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

Ο άλλος του εαυτός

Αν και έχω/ουν αλλάξει αρκετά, υπάρχουν ακόμα αυτές οι ανόητες φορές που θέλω να γυρίσω σπίτι, να κουρνιάσω μόνος στη γωνία του κρεβατιού και να μη σηκωθώ μέχρι τη μέρα μετά το αύριο. Εκείνες οι φορές που νιώθω κουρασμένος απ' τη ζωή που με καθόρισαν υπεύθυνο να ζω, προσωρινά, και ξεχνάω την αποστολή μου ν' αλλάξω τον κόσμο· το γυρνάω λίγο στην πάρτη μου και κάνω σαν γκόμενα. Ίσως είναι πολύ πεζός αυτός ο τρόπος να το θέσω. Ξέρω πως εσύ δεν το βλέπεις έτσι. Συγγνώμη, φταίει η αποστολή, βλέπεις, είναι που με κάνει κυνικό σαν ένα σαλάμι αέρος.

Μα είναι αυτές οι φορές που τους βλέπω κι αναρωτιέμαι ποιοι είναι και που θέλω να μείνω μακριά από οτιδήποτε και δε νιώθω αυτόν τον κόσμο σπίτι μου και θέλω να χώσω τα ακουστικά βαθιά στ' αυτιά μου, τόσο ώστε η μουσική να πλημμυρίσει το κεφάλι μου και να ακούγεται ο Philip Glass πιο δυνατά από τις μίζερές μου σκέψεις. Ξέρεις, είναι τροχοπέδη για την αποστολή, σου εύχομαι να μην τις κάνεις ποτέ.
"Happy thoughts", είπε, και άρχισε να κολυμπάει στον αέρα φυσικά, αλήθεια, του έβγαινε πιο φυσικά κι απ' το περπάτημα, παρότι έχων πόδια. Εγώ απλώς δε βλέπω την ώρα.


Μ.

Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2013

Καταστροφή

Ήταν αυτό το κορίτσι, βλέπεις. Και μετά δεν ήταν πια. Δεν ήταν το ίδιο. Όχι πια.
Ήταν δύο λεπτά, ξέρεις. Δύο λεπτά. Και της άλλαξαν τη ζωή.
Κι όταν επέστρεψε είχε κενό στο βλέμμα. Την έβλεπα να κατεβαίνει τα σκαλοπάτια προς το μέρος μου. Ήταν αλλού.

"Συνέβει κάτι;" της ψιθύρισα. Κούνησε το κεφάλι αρνητικά. Την έβλεπα να κοκκινίζει,όμως. Να αρχίζει να βουρκώνει. "Μάλλον πρέπει να..." Δεν ήμουν καλός σ'αυτά. Ήθελα να της πω να πάει κάπου να ηρεμήσει, αλλά δεν πρόλαβα κι άρχισε να τρέχει πάλι μακριά μου.
Κι όλα γίνονταν γρήγορα. Τα βήματά της στα σκαλιά, οι φωνές των άλλων, οι σκέψεις μου για το τι μπορεί να της είχε συμβεί ξαφνικά. Και ψίθυροι.
"Τι έγινε;" τίποτα, συνεχίστε.
"Ποιός είναι; Ποιός σε πείραξε;" κανένας. μη σας νοιάζει.

Ναι, λες και δεν μπορούσαν να τη δουν κρυμμένη πίσω από τα καθίσματα να κλαίει. Λες και δεν μπορούσαν ν'ακούσουν τους λυγμούς της. Λες και δεν έβλεπαν πως προσπαθούσε να παίξει τη θαρραλέα, ενώ δεν ήταν. Λες και δεν άκουγαν την παραίτηση στη φωνή της. Λες και δεν έβλεπαν τα δάκρυα στα μάτια της, ενώ χαμογελούσε στο κοινό της.

Και η λατρεία να απλώνεται στα πρόσωπά τους ξαφνικά. Και αγκαλιές και παρηγορητικά λόγια απ'όλο το θίασο των υποκριτών. Φιλιά και γλύκες.
"Αυτά τα ματάκια δεν είναι γεννημένα να κλαίνε. Είναι φτιαγμένα για μεγάλα πράγματα." Κι εκείνη μόνο να κλαίει περισσότερο να μπορεί κι όλο το μπουλούκι να πέφτει πάνω της και να της δίνει παραπάνω αγάπη απ'ότι μπορούσε να αντέξει. Παραπάνω απ'ότι είχε συνηθίσει να δέχεται. Και να σκάει. Και να βάζει τις φωνές. "Αφήστε με! Σας ικετεύω." και να κλαίει κι άλλο. Κι εκείνοι να συνεχίζουν να τη σφίγγουν και να τη σφίγγουν. Και να προσπαθούν να χωρέσουν μέσα της και να γεμίσουν το κενό που ξεχυνόταν απ'τα μάτια της. Και να πέφτει στα πατώματα και να χτυπιέται και να φωνάζει "Είμαι καλά. Θα είμαι καλά."  και να της λένε "Άσε μας να σε κάνουμε καλύτερα" και να πέφτουν όλοι μαζί πάνω της και να την πλακώνουν. Και η ώρα να μην περνά. Να είναι κολλημένοι οι δείκτες του ρολογιού, εκεί, σταθερά, στις 9.30, τότε που καταστράφηκε το κορίτσι. Κι εγώ κολλημένος στη θέση μου, να τους παρακολουθώ να την πνίγουν και εκείνη να έχει πάψει πια να αντιστέκεται. Να την αδειάζουν για να μπουν αυτοί, και να τη ρουφάνε. Να τη ρουφάνε ξανά και ξανά.
Ώσπου δεν έμεινε τίποτα πια από αυτήν. Μόνο κάτι κομμάτια της στο ξύλινο πάτωμα.

Ήταν αυτό το κορίτσι. Μέχρι που δεν ήταν πια.
(20/2/13)

                                                                                                  Ε.

Δεν θα μάθεις ποτέ

Ο ουρανός έκλαιγε,μ'ακούς; Ήταν γκρίζος κι είχε σύννεφα πολλά. Κι εγώ έτρεχα και έτρεχα να προλάβω τις σκέψεις μου,μ'ακούς; Και φώναζα "δεν θέλω" και ούρλιαζα στους δρόμους και στους υγρούς τοίχους των σπιτιών. Και άκουγα τα βήματα του να τρέμουν την οργή μου. Να επιταχύνουν και να σταματάνε ανάλογα με τις κινήσεις μου. Κι έτρεχε με την ομπρέλα του ξοπίσω μου να μην βρέχομαι κι ας ήμουν ήδη μούσκεμα απ'τα δάκρυα κι ας κρεμόταν κι η δική μου ομπρέλα, άχρηστη στο χέρι μου, σαν κάτι νεκρό. Κι ύστερα, χωρίς να καταλάβω καν πότε μπέρδεψα τα βήματά μου, πότε τις λέξεις στο κεφάλι μου, έπεσα κάτω -εκεί- στη μέση του δρόμου, σαν τσακισμένο φύλλο, σαν φτερό που το πήρε ένας άνεμος τρελός.
Και χτύπησα το έδαφος και έγδαρα τα χέρια μου και κάρφωσα το σώμα μου στο λασπωμένο δρομάκι.
Και λέρωσα τα ρούχα μου και έσκισα τα πόδια μου και τίποτα δε μ'ένοιαζε, μ'ακούς;
Δεν ένιωθα ούτε πόνο, ούτε ντροπή, ούτε τίποτα. Κι όπως έπεσα, σηκώθηκα και γύρισα και τον κοίταξα να δω την έκφρασή του, που σωριάστηκα ακριβώς μπροστά του.
"Ήθελα να σε πιάσω" ψέλλισε "να μην πέσεις,μα δεν πρόλαβα"
Ήταν ήδη αργά, δεν το βλέπεις; Ήταν ήδη αργά απ'την αρχή.
Κι ύστερα κοίταξε τη γαλάζια μου ομπρέλα που είχε μείνει παρατημένη κάτω κι έπειτα τη δικιά του που ήταν μαύρη και καμαρωτή.
"Η ομπρέλα σου" μου είπε λυπημένα. "Η ομπρέλα σου δεν ταιριάζει με τα συναισθήματα σου" κι έκανε να μου δώσει τη δικιά του. Μα, εγώ αγνόησα το θλιβερό του τόνο και σήκωσα το πτώμα της ομπρέλας μου απ'το έδαφος. Την άνοιξα και του έδειξα το σπάσιμο.
"Κι όμως" ψιθύρισα.
(21/2/13)

(Όταν φεύγει το χρώμα, μένει το σχήμα, αγάπη μου.
Κι είναι κρίμα που -πάλι- δεν θα καταλάβεις.)

                                                                                               Ε.

Μα,είσαι ακόμα εδώ πέρα

Και το πρόβλημα είναι πως δεν σε κατηγορώ.
Το ήξερα πως θα συμβεί. Το περίμενα να με χτυπήσει. Το δέχτηκα. Το άφησα.
Και μόνο να σε βρίσω ήθελα και να σου φωνάξω πόσο άδικο είναι,μα ούτε αυτό το έκανα. Έμεινα μόνο αρκετή ώρα να κοιτάζω το κενό κι ύστερα σηκώθηκα και έφυγα.

Και μου φέρθηκες άσχημα,νομίζω. Μα κι αυτό το έκανες με τέτοιο τρόπο που ούτε το παράπονο που με έκαιγε δεν μπόρεσα να βγάλω. Και παρόλο που με βάραινε φορτίο ασήκωτο και πίεζε κάτω τους ώμους μου,εγώ μόνο να τρέξω μακριά ήξερα κι όχι να σου θυμώσω.

Γιατί είχα πει πως θα σ'αγαπάω για όσο αντέξω και λίγο παραπάνω.
Και τώρα πια,μόνο αυτό το "παραπάνω" μου έμεινε να ξεπληρώσω.
(21/2/13)

                                                                                                   Ε.

Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2013

Εσύ φταις γι'αυτό





Πια τον αγαπάω με δυσκολία.

Κρατιέμαι από τις καλές μας στιγμές και ελίσσομαι συνεχώς ανάμεσα στις βόμβες που μου ρίχνει.
Ακροβατούμε σε λεπτές κλωστές μεταξύ φιλίας και απέχθειας.
Βαδίζουμε αβέβαια.

Εκείνος ξεφεύγει πάντα προς την παρεξήγηση.
Εγώ απλά προσπαθώ να μείνω σταθερή.
(2/11/12)

                                                                                                      Ε.

Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2013

Πάλι να σ'αθωώσω θα προσπαθώ από αύριο




Είναι φορές που σε μισώ, σε μισώ, σε μισώ τόσο ΑΠΙΣΤΕΥΤΑ πολύ που νιώθω το κορμί μου να τρέμει από το συναίσθημα. (Με κατακλύζει περισσότερο κι από εσένα -φαντάσου-)
Είναι φορές που σε απεχθάνομαι. Αηδιάζω και μόνο που σε σκέφτομαι. Εσένα και τις αηδίες που μου πλασάρεις.
Και είναι οι φορές τόσες πολλές που έχουν γίνει στοίβες μίσους στο μυαλό μου. και το γεμίζουν κι αδειάζω εγώ ταυτόχρονα.

Κι αυτή τη στιγμή, μόνο πως να σε μισώ θυμάμαι, λες κι αυτό έκανα από την αρχή. Λες και γεννήθηκα να ξέρω πως να σ'απεχθάνομαι και δεν θ'αλλάξει ποτέ το πόσο απαίσιο σε βλέπω. Σε μισώ. Για όσα μου έκανες. Για όσα δεν έμαθα πως μου έκανες. Για όσα θα μου κάνεις.

ΣΕ ΜΙΣΩ. Μόνο αυτό ξέρω πια.

Πρόσθεσε άλλη μια ήττα στη λίστα σου γιατί με έχασες -πάλι-.
Και ούτε καν το ξέρεις.
σε μισώ
(15/2/13)
                                                                                                Ε.

Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2013

Τότε

ΤΩΡΑ τον βλέπω.
Τώρα στέκεται εκεί, ακριβώς μπροστά μου.
Τώρα μπορώ να τον αγγίξω. Να τον φιλήσω. Να τον νιώσω. Να αισθανθώ πως είναι (σχεδόν) "δικός μου".

ΤΩΡΑ μπορώ να ξέρω πως μ'αγαπάει. Πως με κοιτάει στα μάτια, το λέει και το εννοεί.
Τώρα μπορώ να τον παρατηρώ να κινείται, να μιλάει, να γελάει. Τώρα αισθάνομαι πλήρης, γεμάτη, δυνατή και δε φοβάμαι το αύριο, το μέλλον, το μετά.

Τώρα μπορώ να τον βλέπω και να χαίρομαι, μπορώ να του χαμογελάω. Μπορώ να ξεχάσω ότι φεύγω μακριά του πάλι. Μπορώ να εξαφανίσω την απόσταση, να σβήσω τις κακές αναμνήσεις, να πάρω μακριά τις αμφιβολίες.

Γιατί ΤΩΡΑ είμαι εδώ μαζί του (κι αυτό είναι που μετράει).

ΤΩΡΑ τον βλέπω.
(5/1/13)

                                                                                                Ε.

Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2013

Κρυφτό

Κι έτσι βγήκα έξω με το σκύλο μου στο κατόπι κι άρχισα να ψάχνω το μοβ σπίτι όπου κατοικούσε. Κι έψαχνα κι έψαχνα και τίποτα δεν έβρισκα.
Κι ήταν όλα άσπρα και καφέ και ροζ, μα ούτε ένα μοβ, όπως μου είχε πει.

Κι ήταν κρίμα γιατί ήταν η αγαπημένη μου ώρα και έδειχναν όλα τόσο όμορφα, βαμμένα με το φως του ηλιοβασιλέματος.
Κι έψαχνα ξανά και ξανά.

Και δεν το έβαλα κάτω μέχρι που βράδιασε και κουράστηκα να σέρνω το σκύλο μου εδώ κι εκεί στις άγνωστες γειτονιές.

Και το πήρα απόφαση πως δεν θα τον έβλεπα.
Και στεναχωρήθηκα και το 'βαλα στα πόδια για το σπίτι κλαίγοντας.
Βρόντηξα την πόρτα πίσω μου και υποσχέθηκα στον εαυτό μου πως δεν θα ξαναπροσπαθούσα.
(27/10/12)

                                                                                                          Ε.

Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2013

Τι ωραία που τα λέτε



Η κ.Ε. είχε πει
ότι λέει, δε μάς αφήνουν να δούμε πόσο ωραία είναι
"να ζεις
και να αγαπάς
να βουτάς στη θάλασσα, να κοιτάς τ' αστέρια, να κάνεις έρωτα"

"Τι ωραία που τα λέτε"

Και μείναμε σ' αυτό.



Μ.

Σάββατο, 9 Φεβρουαρίου 2013

Εκείνη


Και την κοίταζα, με τα ρόδινα μάγουλά της και τα τριανταφυλλένια χείλη της, πώς γινόταν ένα με το δέντρο πίσω της, πώς τα μαλλιά της έπεφταν στους ώμους της, το βλέμμα της έπλεε κι έκρυβε ιστορίες πολύτιμες. «Λουλούδια» ηταν η λέξη για αυτήν την εικόνα. Ήθελα να κλάψω για την κρυστάλλινη ομορφιά της.


Μ.