Πέμπτη, 30 Μαΐου 2013

Ένας μικρός πανικός. Δεν είναι κάτι.



Ο ένας να πατάει τον άλλο. Μαύρο σκοτάδι και φωτιές στον ουρανό. Έντονα μπάσα και χέρια στο θεό. Πολύχρωμα πυροτεχνήματα, εσύ, εγώ κι αυτός.

Είναι όλα λάθος έτσι; Κάτι δεν πάει καλά σε όλο αυτό.
Μήπως να φύγω; Τρέχω λίγο. Μακριά! Μακριά από 'δω.


Τι θα σε σώσει από τον εαυτό σου; Όσο μακριά από τον κόσμο και να πας,θα είσαι πάντα μέσα σου.
(Έτσι κι εγώ είμαι ο ρόλος μου και ζω μονάχα επί σκηνής. Μη μου ζητάτε να υπάρξω κανονικά. Δεν ξέρετε πόσο δύσκολο φαντάζει.)

Βλέμματα να χάνονται στη μουσική. Σώματα να παρασύρονται στο πλήθος.

(Είναι ανώφελο να προσπαθώ να ξεμπερδευτώ, έτσι; Όλο εδώ θα καταλήγω.)
Εσύ να μεθάς με το ποτό κι εγώ μ'εσένα.
(30/5/13)

                                                                                              Ε.

Κυριακή, 26 Μαΐου 2013

Γιατί πρέπει να ξέρεις τι γίνεται μες το κεφάλι μου;

                                                                                                   (ζούμε σε θεατρικές εποχές, να ξέρεις)

Γιατί; Ε;
Δεν μπορώ  θέλω να σου πω.
(Έτσι κι αλλιώς θα τρόμαζες)


"...και με 'τοιαν όψη απόμεινε που η πένα, το μελάνι,
η γλώσσα, η χέρα, το χαρτί, να σας το πει δε φτάνει"
(24/5/13)

                                                                                       Ε.

Σάββατο, 18 Μαΐου 2013

Αυτά για σήμερα



"...Ξυπνάς μια μέρα μ' ένα υπέροχο φιλί,
Κι όσα για πάντα έχεις χάσει για πάντα έχουν σωθεί."
(19/5/13)

                                                                                              Ε.

Δευτέρα, 13 Μαΐου 2013

Πουθενά δεν είναι σπίτι. Πουθενά.




Έχω για σπίτι μου τους πέντε ανέμους και με φυσάνε στα μαλλιά.
Τους έχω κάνει φίλους μου καλούς και με πετάνε μια εδώ και μια εκεί και κανένα μέρος δεν προλαβαίνω να συνηθίσω. Οι άνθρωποι δεν μετράνε πια για μένα κι όπου κι αν λάχει και βρεθώ, με νέους ανθρώπους γελάω και κλαίω.
Έχω δεθεί με τους ανέμους και έτσι αυτοί είναι το σπίτι μου και το καταφύγιό μου και τίποτα δεν φοβάμαι πια.

Κι αν με ακούσετε να παραπονιέμαι που πουθενά δεν αισθάνομαι πλήρης και πουθενά δεν νιώθω πως ανήκω, είναι που οι άνεμοί μου παίρνουν καινούριες αύρες και παλιά χρώματα και με μπερδεύουν λίγο.
Και κουβαλάνε αρώματα ανθρώπων και κόσμων που έχω αφήσει πίσω και δεν περίμενα να βρω μπροστά μου κάτι βράδια σαν αυτά.

(Πρέπει να μάθω μέσα μου να το έχω το σπίτι μου, να μην αφήνω την καρδιά μου να αποφασίζει που θέλει να μείνει, αλλά με το ζόρι να της ανοίξω μια πόρτα και να ζήσω μέσα της.
Γιατί κάποτε βασιζόμουν στους ανθρώπους και έτσι κατάντησα άστεγη. Γιατί κάποτε είχα σπίτι. Σίγουρα. Κάποτε είχα.)

Πουθενά δεν είναι σπίτι, μ'ακούς;
Πουθενά δεν είναι σπίτι. Όχι πια.
(12/5/13)

                                                                                                  Ε.

Κυριακή, 5 Μαΐου 2013

Αρκετά. Θέλω να επιστρέψω τώρα.

"..γιατί οι άνθρωποι συνεχίζουν να αυτοκαταστρέφονται, φίλε μου"



Έτσι, πήρα τα πονεμένα μου πόδια μακριά από εκεί. Τα πήρα κι έφυγα, σου λέω!
 Έριξα μόνο ένα τελευταίο βλέμμα στο τρίτο άτομο που με είχε απογοητεύσει εκείνο το βράδυ. Στο τρίτο και τελευταίο, υποσχέθηκα στον εαυτό μου.
Διέσχισα το δρόμο και σταμάτησα μπροστά στην εκκλησία.
Τι θα γίνει αν με χάσουν τώρα; Αν μπω στα σκοτάδια; Αν γίνω ένα μ'αυτά και με πάρουν οι σκιές;
Τι θα γίνει αν, αφού με χάσουν αυτοί, με βρουν άλλοι; Τι θα γίνει αν κάποιος μου κάνει κακό; Θα έχουν τύψεις μετά;

Περνάω τους δρόμους χωρίς να κοιτάζω. Χωρίς ν'ακούω. Πλησιάζουν αυτοκίνητα;
(Δεν θα είστε εκεί για να με προστατέψετε. Μόνο αργότερα θα δείτε τα απομεινάρια μου σερβιρισμένα στο κρύο τσιμέντο.)
Και σας μισώ. Σας μισώ όλους που με απογοητεύετε. Που σας φουσκώνω μες στο μυαλό μου και ξεφουσκώνετε μόνοι σας. Που δεν με αφήνετε να πλησιάσω με τη βελόνα μου και να τρυπήσω το λαστιχένιο σας κορμί. Σας μισώ που δεν μ'αφήνετε να σας σκάσω και μόνο να σκάτε μόνοι σας ξέρετε. Απαίσιοι!
Κι εγώ τις υποσχέσεις -απειλές- μου τις κρατάω. Δε θα σας ξαναφήσω να μ'αγγίξετε μετά απ'αυτό. Δεν θα με ξαναγγίξετε με τις μίζερες ζωές σας. Εγώ θα κρατηθώ απ'τους ανθρώπους που θέλουν να με εκπλήσσουν. Που θέλουν να τους σκάσω εγώ (τη φούσκα της ύπαρξης τους). Και έτσι θα δείτε.
Και έχω ήδη πολλούς από δαύτους,ρε! Είτε θέλετε να το δεχτείτε, είτε όχι.
Έχω πάρα πολλούς και δεν φοβάμαι να σας χάσω εσάς. Σιγά! Και τι θα μου στοιχίσετε; Έχω τόσους πολλούς.

(Το μόνο περίεργο είναι αυτό το συναίσθημα. Ξέρεις, αυτό που ψάχνεις τον πρώτο άνθρωπο που θα ήταν εκεί για σένα και δεν σου έρχεται κανείς.)
(5/6/13)

                                                                                       Ε.