Σάββατο, 30 Μαρτίου 2013

Θα παίζουμε κρυφτό πίσω από τις λέξεις για πολύ




Ελπίζω να 'ρθεις πριν από το τέλος.

Μόνο για να μπορώ να χαθώ στο βλέμμα ενός ουρανού σκούρου -μετά τη δύση του ήλιου η ματιά σου-. Για να μπορώ να νιώσω σωστά για μία τελευταία φορά (και πρώτη συνάμα). Για να μπορώ ν'αγγίξω τα χείλη τα πορφυρά με τα χείλη μου και να πω πως είναι ώρα. Για αυτά που μας περιμένουν όταν σβήνει η μουσική, όταν ανάβει η νύχτα. Για τα μέλλοντα που μας θέλουν έτσι ακριβώς. Για ακόμη περισσότερα.

σε παρακαλώ
Έλα πριν από το τέλος.
(27/3/13)

                                                                                                               Ε.

Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2013

Ο δρόμος μας



Τα δέντρα ήταν χρυσά και καταπράσινα απ'ότι θυμάμαι. Και τα σύννεφα άσπρα κι ασημένια.
Ή και να μην υπήρχαν και ο ουρανός να ήταν όλος μπλε, δηλαδή. Δεν είμαι σίγουρη.
Φταίει που έκλαιγα πολύ όταν πέρασα απ'το "δρόμο μας" και με εμπόδιζαν να δω καθαρά.

Αυτά τα δάκρυα... έτρεχαν και φούντωναν και πλημμύριζα. Δεν μπορούσα να δω καλά κι ήταν όλα λίγο πιο αστραφτερά και γυάλινα, λίγο διαφορετικά απ'όταν περπατήσαμε μαζί. Ήταν χρωματιστά και όμορφα και λίγο ανοιξιάτικα, μα και πάλι τα ίδια.
Μέσα μόνο ήμουν διαφορετική. Ίσως πιο λυπημένη και κουρασμένη.

Ίσως απλά να ελπίζω πολλά. Και μέσα σ'αυτά να είναι να σε δω.
...ή ίσως και όχι.
Έχω χάσει το λογαριασμό τελευταία..
(7/5/12)

                                                                                                             Ε.

Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2013

Για κάτι μάτια σαν τον ουρανό




Ήθελα μόνο να τον αγκαλιάσω και να του πω πως όλα θα πάνε καλά, μα δεν το πίστευα αρκετά. Ίσως ούτε τόσο λίγο.
Κι έτσι δεν έκανα καμία κίνηση προς το μέρος του, κι απλά έσβησα το φως, να βυθιστούμε στην ηρεμία που έπλεκε γύρω μας το σκοτάδι. Και μόνο οι επιβλητικοί καθρέφτες του δωματίου μάς είχαν απομείνει να μας κοιτούν βουβοί κι ανέκφραστοι σαν τα πρόσωπα που αντανακλούσαν. Κι ήθελα να του πω πως τον αγαπάω τόσο πολύ, μα μιλούσε καλύτερα η σιωπή και κραύγαζαν μαβιές "συγγνώμες" τα βλέμματα.

Κι έτσι απόμεινα να αναρωτιέμαι που θα έβρισκα πιο πολύτιμο πλάσμα να αξίζει κάθε θυσία που αμφιταλαντευόμουν να κάνω.
(24/3/13)

                                                                                                                 Ε.

Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2013

Τουλάχιστον θα έχω να διηγούμαι παράξενες ιστορίες


...στα εγγόνια μου.
(24/3/13) -ξημερώματα-


                                                                                                                      Ε.

Αυτό θα κρατήσω



Τα γυμνά μας κορμιά ν'ακουμπούν, αυτό θα κρατήσω. Τα χάδια και τα τσουχτερά φιλιά.
Τον τρόπο που αγγιζόμαστε και το παιχνιδιάρικο σου βλέμμα.
Το ότι αγαπάω τα σημάδια στο λαιμό μου, γιατί τα έκανες εσύ.

Το δωμάτιό σου και τους γαλάζιους τοίχους.
Τον τρόπο που βλέπεις το σπίτι σου μοβ και επιμένεις, όσο κι αν σε κοροϊδεύω πως δεν είναι.

Τα βρεγμένα μας βήματα και τις ομπρέλες μας που συγκρούονται κάθε φορά που σκύβουμε ο ένας στην πλευρά του άλλου για ένα ακόμα φιλί.
Το πως μπερδεύονται τα σκεπάσματα και επιμένεις να τα φτιάχνεις για να μην αδικείται κανένας μας και κρυώνει. Τον τρόπο με τον οποίο αυτό που έχουμε προχωράει και ξεφεύγει κι ότι όρια κι αν έχω βάλει, τα ξεχνάω.

Τον τρόπο που δεν μπορώ να βγάλω το πρόσωπο σου απ'το μυαλό μου.
Το ότι σ'αγαπάω και σου το λέω και μου το λες.

Το ότι -καθώς φαίνεται- μέσα σ'όλο αυτό, μπορούμε να βρούμε τρόπο.
(22/12/12)

                                                                                                               Ε.

Κυριακή, 24 Μαρτίου 2013

"...ενώ η βροχή έπεφτε ραιτθρου" (Μεθυσμένο παραμύθι)


"Έβρεχε. Πολύ. Ήμασταν κλεισμένοι σε ένα σπίτι πανέμορφο. Αυτό δεν το κάνουν οι τοίχοι. Ούτε το ψυγείο. Ούτε τα μπουκάλια. Ούτε καν το τζάκι. Περιμέναμε. Να σταματήσει η βροχή να πάμε μια βόλτα στο βουνό. Απ' έξω μάς περίμεναν οι γάτες. Παίζαμε τάβλι, χαρτιά. Ξαναείπα τις αγαπημένες στοκ ιστοριούλες μου. Παρατήρησα πώς αλλάζουν με τα χρόνια. Τι προσθέτω, τι αφαιρώ, πότε κουράζω, πότε κουράζομαι. Σιωπή.
 - Παίζουμε παντομίμα; Όχι ταινίες. Μόνο αλήθειες. Φράσεις που δεν τολμούν να βγουν. Λέξεις δειλές και φοβητσιάρες.
Τρέχω γρήγορα στη μέσα αποθήκη. Βρίσκω το μπαούλο. Βάζω το αυτί μου πάνω στο ξύλο. Ακούω τις ανάσες τους: Καλημέρες που δεν ξύπνησαν ποτέ. Συγγνώμες γεροντοκόρες. Κόκκινοι θυμοί. Αδικίες κίτρινες. Πολλές βρισιές. Ακόμη κι αυτές που δεν ήξερα ότι υπάρχουν. Συνταξιούχες διαπιστώσεις. Άεργες διατυπώσεις. Σ' αγαπώ που υπονοήθηκαν. Βλέμματα που έκλεισαν απότομα. Χωρίς να πούνε κιχ. Άνοιξα προσεχτικά το καπάκι. Ένα σμήνος από γράμματα πετάχτηκε με δύναμη. Με σφυροκοπούσαν τα σύμφωνα μιας ολόκληρης ζωής. Φωνήεντα αδηφάγα.
 - Πόσες λέξεις; ,  ρωτάει η παρέα. Διπλώνω τρία δάχτυλα, αφήνω όρθια δύο.
 - Άρθρο; , ρωτάει η παρέα. Κουνάω αρνητικά το κεφάλι.
Ένα δάχτυλο ψηλά.
 - Πρώτη λέξη, ερμηνεύει η παρέα. Κουνάω θετικά το κεφάλι. Κάθομαι κάτω, ανοίγω πόδια, τσαλακώνω πρόσωπο, σφίγγομαι, ξεσφίγγομαι, βουβές κραυγές από το στόμα απ' τη μύτη απ' τ' αυτιά.
 - Άσχημος, κακός, νευριασμένος.
Όχι, σβήνω με το χέρι τις απαντήσεις τους. Ανοίγω πιο πολύ τα πόδια, σπαρταράω στο πάτωμα, σηκώνω τα χέρια τρεμάμενα, προσπαθώ να βγάλω μέσα από τη φόρμα κάτι που αρνείται πεισματικά να βγει.
 - Εεεε...ζόρι, γέννα, μάνα, μωρό...
Στριφογυρίζω αγχωμένα κι ιδρωμένα τα χέρια... Είστε κοντά, παλεύω να πω.
 - Φέρνεις στο κόσμο...
Ναι, το κεφάλι μου πάει να σπάσει από το κούνημα, να ξεκολλήσει από το λαιμό, ναι ναι νεύω συνεχώς.
 - Ζωή!
Η ατμόσφαιρα καθαρίζει. Παύση. Δεύτερο δάχτυλο ψηλά.
 - Δεύτερη λέξη, ερμηνεύει η παρέα. Κουνάω θετικά το κεφάλι.
Δείχνω το σπίτι.
 - Σπίτι...εξοχικό, τοίχοι, βουνό, πολυτέλεια - όχι όχι δε θέλω να πω αυτό.
Δείχνω τους ίδιους.
 - Άνεργος, υπάλληλος, μπερδεμένος, ψηλός, βαρύς, μεθυσμένη... κι η ανεμοθύελλα του μυαλού μου αραδιάζει επίθετα και χαρακτηρισμούς. Δε θέλω να πω αυτό, ξεφωνίζω χωρίς φωνή. Δεν είμαστε μόνο αυτά, γαμώτο. Ψάχνω απεγνωσμένα ένα κάτι, κοινώς αποδεκτό που να τους κατευθύνει προς τη λέξη μου. Δείχνω τη βρεγμένη γάτα που ακόμη νιαουρίζει απ' έξω.
 - Όμορφη!
Ζωή όμορφη. Η φράση αιωρήθηκε για μια στιγμή στο χώρο. Χάιδεψε τον άνεργο, τον βαρύ, τη μεθυσμένη. Ύστερα τρύπωσε στο στοκ με τις λοιπές ιστοριούλες. Όχι όμως ξανά μες στο μπαούλο.
Την άλλη μέρα το παιχνίδι και η βροχή είχαν σταματήσει. Ομίχλη και σύννεφα παντού. Η φύση κάπνιζε με απόλαυση. Κουρασμένη σαν μετά από όμορφο μαραθώνιο έρωτα."


Μ.

Σάββατο, 23 Μαρτίου 2013

Το αγαπημένο του χρώμα



Ναι,από πάντα ήθελα η ζωή μου να είναι σαν ταινία.
Τώρα είναι. Δράμα.

Ποιος χαίρεται μ'αυτό;
(23/3/13)

                                                                                                        Ε.

Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2013

Το τελευταίο ποίημα που έγραψε για μένα

"Ο νικητής τα παίρνει όλα, για μια ακόμη φορά.."



Σε φαντάστηκα να με πλησιάζεις και πάλι, με ηρεμία στο βλέμμα, καθησυχαστικά αυτή τη φορά. Να με προσεγγίζεις σαν να είμαι αγρίμι. Σε είδα να μου μιλάς προσεκτικά, να φοβάσαι την αντίδρασή μου, να με αγγίζεις μόνο λίγο -τρομαγμένος μη με (ξανα)πληγώσεις-. Σε ένιωσα να τρέμεις από ανάγκη να με κάνεις και πάλι ότι ήμουν -δική σου-.

Και μετά είδα το πρόσωπό μου, διασπασμένο ανάμεσα στη ζωή που ήθελα όσο τίποτα να κρατήσω και σε αυτή που ακολούθησε μετά (Αυτή που αναγεννήθηκε από τα σπασμένα κομμάτια και τις πληγές που της άφησες εσύ -ΕΣΥ-. Ήσουν αυτός ο ίδιος άνθρωπος)
Και αρνήθηκα. Σου γύρισα την πλάτη και ούτε ένα βλέμμα παραπάνω δεν σπατάλησα.
Έπρεπε με κάποιο τρόπο να σώσω ότι έμεινε απ'τον εαυτό μου για μία τελευταία φορά.

"...μα εγώ δεν νιώθω ηττημένη"
(22/3/13)

                                                                                                     Ε.

Τρίτη, 19 Μαρτίου 2013

Στο διάολο πια

Κι ενώ εκείνος κάθεται εδώ, σε απόσταση πέντε μέτρων από εμένα σε έναν άλλο υπολογιστή, εγώ ακούω την καρδιά μου να κάνει ντουπ
ντουπ
ντουπ
ντουπ ντουπ
ντουπ ντουπ
και τη νιώθω και τα ντουπ επιταχύνονται.
Και τον μισώ, τον μισώ με όλη μου την ψυχή.


Μ.

Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2013

Κι έλεγα "φεύγω"



Θυμάμαι που είχε πει, πως από τους ανθρώπους της ζωής μας, τελικά μας ανήκει μια μονάχα εκδοχή. Ένας εαυτός, ο καλός ή ο κακός, ή ο, ποιος ξέρει. Ένιωθα όμορφα που μού έβγαζε τον όμορφο εαυτό μου. Ένιωθα όμορφη από μέσα μαζί του. Ευλογημένη, πώς να σ' το πω.

Βλέπεις, είναι παράξενο που εσύ δεν έχεις ιδέα. Μιλώ και γράφω για σένα, κι εσύ δεν ξέρεις καν ότι σε σκέφτομαι. Ευτύχημα που ξέρεις πως υπάρχω, at least.

Και πάλι σ' έψαχνα στο πλήθος, αναζητούσα το βλέμμα σου, πλέον χωρίς να περιμένω τίποτα απ' αυτό, και θυμάμαι που μού είχες ζητήσει να σε βάψω κι εγώ χάρηκα, μα μετά πάλι προσποιούμουν οτι δε σε συμπαθώ.

Και πάλι χόρευα με άλλους τύπους, πάλι κάπνιζα και έπινα και μιλούσα με άλλους τύπους και τους άφηνα να με ακουμπάνε χωρίς να νιώθω τίποτα κι είχα το νου μου, μη φύγεις, μην απομακρυνθείς, μη με δεις πως σε κοιτάζω επίμονα.

Ένα βράδυ θα περάσω από δίπλα σου τυχαία, τυχαία όπως πάντα, όπως κάθε μέρα τον τελευταίο καιρό. (Παράξενο που δεν έχεις καταλάβει, τώρα που το σκέφτομαι, πώς και τόση τύχη ανάμεσά μας, αλήθεια, δε σου πέρασε απ' το μυαλό; ). Εκείνο το βράδυ λοιπόν, θα περάσω από δίπλα σου, εσύ όπως πάντα δε θα με δεις, κι εγώ θα σου ψιθυρίσω στο αυτί πως δε σου πάει το ξυρισμένο, θα γυρίσεις, θα με χαιρετήσεις με τον ίδιο πάντα τρόπο, θα κοιταξεις λίγο το έδαφος και θα μού πεις "Τι κάνεις;", κι ούτε που θα σχολιάσεις το δικό μου σχόλιο, ούτε που θα θυμάσαι πως το έκανα. Έτσι κάνεις πάντα. Κι είναι το άλλοθί μου πια, τα σχόλια, άλλοθι για να με ρωτάς τι κάνω και να με αγκαλιάζεις αποχαιρετιστήρια, όταν η αδιάφορη συζήτηση φτάνει στο τέλος.


Μ.

Τρίτη, 12 Μαρτίου 2013

Μα δεν ήσουν





Έπρεπε να ήσουν εκεί για να με δεις. Πως τους παράτησα όλους και έτρεξα στην αγκαλιά του. Πως δε λογάριασα ούτε τόπο, ούτε χρόνο, ούτε ανθρώπους σαν αναγνώρισα αυτή τη φιγούρα -που τόσο λάτρευα-. Πως με έκαιγαν τα μάτια μου όταν συναντιόταν το βλέμμα μας. Πως αισθανόμουν ευτυχία όταν με άγγιζε, όταν με φιλούσε. Πως ήμουν πλήρης έτσι που στεκόμουν πλάι του, έτσι που γύριζα το κεφάλι μου ν'ακουμπά στον ώμο του, έτσι που έτρεχαν τα δάχτυλά του από τις γάμπες μου κι ανέβαιναν ψηλά ως το λαιμό. Πως ανυπομονούσα κάθε φορά να με κοιτάξει (και να του χαμογελάσω) πριν πάρει το βλέμμα μακριά. Πως προσπαθούσα να του τραβάω την προσοχή με τα πάντα και να τον αιχμαλωτίζω στις κινήσεις μου.

Έπρεπε να ήσουν εκεί για να το πίστευες πως δεν θα αντέξω μακριά του. Πως θα ζω μια ζωή σε χρόνο παρελθοντικό αν φύγει από μένα. Πως το 'χω χάσει το παιχνίδι από καιρό και πια δεν γίνεται να το κερδίσω. Πως με έχει στο χέρι και μπορεί να με κινεί όπως θέλει -σαν τη μαριονέτα του-.
Πως θα τον αγαπάω για όσο αντέξω και λίγο παραπάνω.

Έπρεπε να ήσουν εκεί για να το δεις.
Έπρεπε.

Και μόνο τότε θα καταλάβαινες.
(29/12/12)

                                                                                                              Ε.

Παρασκευή, 8 Μαρτίου 2013

Μπορεί και να τα κατάφερε τελικά

Με εμπόδιζε να πλησιάσω. Δεν μου το έλεγε, μα το έβλεπα. Κοίταζα στα μάτια της με δυσκολία γιατί το βλέμμα της έτρεχε βιαστικά και μου ξεγλιστρούσε προσπαθώντας να αποφύγει την κρίση. Την κοίταζα και έβλεπα πως ήξερε. δεν έχω ιδέα πως, μα το κατάλαβε. Δεν το 'χα αφήσει να φανεί, ούτε τόσο λίγο, όμως και πάλι μπορούσε να διαβάσει τις κινήσεις μου. Ήμουν εντυπωσιασμένη και συγχυσμένη. Ήθελα να φτάσω σ'εσένα, μα δε μ'άφηνε. Γιατί; Προσπαθούσε να με παγιδεύσει με κάθε της λόγο. Ήθελε να αποσπάσει κάποια αλήθεια, μα ήμουν κι εγώ προσεκτική κι αμυντική. Δεν θα το άφηνα να ξεφύγει από μέσα μου. Ποτέ. Όχι έτσι. Και μπορεί να κατάφερε να μου κλέψει κάποιες αναμνήσεις, μα δεν μπόρεσε να μου στερήσει εσένα. Όχι εντελώς.
(27/5/12)

                                                                                                       Ε.

Εμμονή

Άρχιζα κι έκλαιγα, έκλαιγα με λυγμούς και ξέσκιζα τα μέσα μου, για ένα λόγο που στην πραγματικότητα δεν έβγαζε νόημα.
Δε θα την έχω ποτέ ουσιαστικά αυτή τη σημασία, αποφάσισα, και συνέχιζα να κλαίω σε μια μελωδία τέτοια, μέχρι που τα δάκρυα πλημμύρισαν το βιολογικό κι έπνιξαν την τσικνοπέμπτη του πανεπιστημίου.


Μ.

Τετάρτη, 6 Μαρτίου 2013

Θα είναι το μικρό μας μυστικό




Έτσι γρήγορα αλλάζουν οι καιροί. Έτσι απλά αλλάζουνε οι μέρες. Και από κακές γίνονται καλές.

Έτσι απλά αλλάζουν οι καιροί εδώ πέρα.
Πόση ένταση να χωρέσει σ'ένα σώμα; Τόση κι άλλη τόση μπορεί να κουβαλάει αυτό το κορμί, αυτό το μυαλό.
Δέξου το. Γιατί είναι όμορφος ο αέρας της αλλαγής.
Και φέρνει ελπίδα για κάτι νέο που ίσως αξίζει περισσότερο απ'όλα όσα έχεις ζήσει μαζί.
(6/3/13)

                                                                                                  Ε.

Σάββατο, 2 Μαρτίου 2013

Ζήσε, ζήσε σε παρακαλώ

Μαθαίνω κάθε μέρα τι σημαίνει να νιώθεις ανεκπλήρωτος. Κι η αλήθεια είναι πως δεν κατάλαβα, πώς από 'κει που όλα άρχιζαν να μπαίνουν σε ένα πρόγραμμα, πώς πήραν όλα, ένα ένα, την κάτω βόλτα. 

Μ.
(όπως Μιζέρια, μιζέρια σαν τη σημερινη. Και τη χθεσινή. Και δυστυχώς την αυριανή.)

Παρασκευή, 1 Μαρτίου 2013

Και μετά

Έπεσα σε ύπνο βαθύ και είδα όνειρο πως πετούσα, κολυμπούσα στον αέρα χέρι χέρι μαζί με αυτήν πάνω από τη ζωή των άλλων και τον κόσμο τους και ένιωθα λύπη κάθε φορά που έπρεπε να προσγειωθούμε μα όταν πετούσαμε ένιωθα έτσι και ήμασταν αυτή κι εγώ μόνο και κανείς άλλος, έβλεπα μόνο αυτήν κι αυτή μόνο εμένα για πρώτη φορά και ήταν το πιο όμορφο συναίσθημα, όπως όμορφο ήταν και το όνειρο, όμορφο όσο κι εκείνη.




Μ.