Δευτέρα, 8 Απριλίου 2013

Επιτέλους




Ήμουν στα σκοτάδια όταν εμφανίστηκε με κάτι βήματα δειλά. Ξαπλωμένη στους κρύους διαδρόμους και αβοήθητη, συνηθισμένη σε όλο αυτό (μα και πάλι έξω απ'τα νερά μου την ίδια στιγμή).
Του έκανα νόημα. Κάθισε πλάι μου και θυμάμαι αρχίσαμε να μιλάμε με κάτι φωνές που τις κατάπινε μια μουσική παράταιρη -διαφορετική από μας και τις ιστορίες που κουβαλούσαμε-.
Μόνο χαμογελούσαμε με παιδική ντροπή και γυαλιστερά βλέμματα. Και τα χαμόγελα σχηματίζονταν από χείλη διψασμένα -παρά το ποτό που τα άγγιζε τόση ώρα-. Κι ερχόμασταν όλο και πιο κοντά. Τάχα τυχαία, τάχα αυθόρμητα. Μέχρι που η ανάσα του χάιδευε το πρόσωπό μου κι η μουσική χανόταν πίσω από τους χτύπους μιας καρδιάς που χτυπούσε για δύο. Μέχρι που τα βουητά του πλήθους παγιδεύονταν πίσω απ'τους τοίχους και οι απότομες αναπνοές μας συναγωνίζονταν μια το πάθος μια τη μέθη. Μέχρι που οι σκέψεις ούρλιαζαν "ή τώρα ή ποτέ" και οι αμφιβολίες, τα σωστά, τα λάθη και οι αναβολές δεν χωρούσαν ανάμεσά μας πια (γιατί καιγόμασταν).

Και τώρα μπορεί να είμαι μόνη μου σε ένα κρεβάτι ζεστό μακριά από χαμόγελα, διαδρόμους και φωνές, μα τα σεντόνια μου μυρίζουν σαν κι αυτόν κι αυτό είναι σίγουρα μια νίκη.
(8/4/13)

                                                                                                                           Ε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου